|
Κάθε χωριό που σέβεται τον εαυτό του και τις παραδόσεις του έχει τις εκκλησίες και τα ξωκκλήσια του. Είναι γνωστό άλλωστε ότι το πρώτο κτίσμα, αλλά και το κέντρο κάθε χωριού, κυριολεκτικά και μεταφορικά, είναι η ενορία του. Στην Ανθούσα έχουμε την τύχη να «συντροφεύει» την κεντρική μας πλατεία, στην ανατολική της πλευρά, μία από τις πιο όμορφες εκκλησίες της περιοχής του Ασπροποτάμου, αφιερωμένη στους Άγιους Πάντες. Κάθε Κυριακή των Αγίων Πάντων, οκτώ εβδομάδες μετά το Πάσχα και μία εβδομάδα πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής, το χωριό σφύζει από ζωή, καθώς, εκτός από όποιους ήδη έχουν ανέβει για να «ξεκαλοκαιριάσουν», συρρέουν και πολλοί άλλοι χωριανοί για να πανηγυρίσουν τη γιορτή της ενορίας μας. Το πρωί όλοι παρακολουθούν τη θεία λειτουργία (στην οποία ενίοτε παρευρίσκεται και ο μητροπολίτης Σταγών και Μετεώρων), ενώ στη συνέχεια απολαμβάνουν το καφεδάκι τους στην πλατεία, κάτω από τον ίσκιο των πλατάνων, παραγγέλνουν τσίπουρο και μεζέ, ενώ προς το μεσημέρι δε λείπει και το θεϊκό σπληνάντερο, το κεμπάπ και το κοκορέτσι (τα επονομαζόμενα και «απαγορευμένα»). Δεν αποκλείεται την ημέρα των Αγίων Πάντων να βρεθούν στο χωριό και οι «κλαριτζήδες», δίνοντας μια πρώτη γεύση για το τι θα επακολουθήσει στο τριήμερο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, στις 26 Ιουλίου.
Επιστρέφοντας στην εκκλησία των Αγίων Πάντων και παρατηρώντας την κατασκευή της, βλέπουμε πως είναι ένα οικοδόμημα λιθόκτιστο, μακρόστενο παραλληλόγραμμο, μεγαλόπρεπο και μεγάλο σε διαστάσεις, πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στα παλαιότερα χρόνια εξυπηρετούσε έναν αρκετά μεγάλο πληθυσμό σε σχέση με το σήμερα. Στη δυτική πλευρά, όπου αντικρύζει την πλατεία, υπάρχει μία μικρή είσοδος που οδηγεί στο γυναικωνίτη. Πάνω από αυτήν την πόρτα και προς τα δεξιά, δίπλα σ’ ένα παραθυράκι, υπάρχει σκαλισμένος σε μια πέτρα ο αριθμός ‘1786’, ο οποίος προφανώς αντιστοιχεί στο έτος που ολοκληρώθηκε το χτίσιμο της εκκλησίας. Μπαίνοντας στον γυναικωνίτη από το πορτάκι που αναφέραμε, διακρίνουμε στην απέναντι δεξιά γωνία ένα στρογγυλό άνοιγμα. Πρόκειται για πηγάδι όπου χύνουν τα νερά της κολυμπήθρας που χρησιμοποιήθηκαν στη βάπτιση.
Η κύρια είσοδος του ναού βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του (αντίστοιχα στη νοτιοανατολική άκρη της πλατείας). Πάνω ακριβώς από την εξωτερική πόρτα βρίσκεται το καμπαναριό, πετρόχτιστο βέβαια, ενώ μπαίνοντας δε βρίσκεσαι ακριβώς μέσα στο ναό, αλλά σ’ ένα πανέμορφο χαγιάτι (περίστυλη σκεπασμένη στοά, που καταλαμβάνει ολόκληρη σχεδόν τη νότια πλευρά της εκκλησίας). Το νότιο τμήμα από το χαγιάτι είναι ανοιχτό με πετρόχτιστες κολώνες που σχηματίζουν καμάρες, αφήνοντας το φως του ήλιου (ή του φεγγαριού) να περάσει και να συντροφέψει όσους κάθονται στο μεγάλο πεζούλι κατά μήκος του τοίχου της εκκλησίας. Σ’ αυτό το χαγιάτι η εκάστοτε νέα γενιά του χωριού «κάνει κατάληψη» (εφ’ όσον η καθ’ αυτό πλατεία «ορίζεται» από τους ενήλικες), περνώντας ατέλειωτες ώρες της ημέρας, αλλά και της νύχτας, με συζητήσεις, επιτραπέζια παιχνίδια, μουσική, ή απλά ατενίζοντας μειλίχια το δασωμένο απέναντι βουνό και ονειροπολώντας.
Στο εσωτερικό του ναού το ιερό χωρίζεται από τον κυρίως ναό με όμορφο σκαλιστό ξύλινο τέμπλο, το οποίο στολίζεται με εξαιρετικές εικόνες μεγάλου μεγέθους, χρονολογούμενες από το 1790. Το ξύλινο ταβάνι, ανακατασκευασμένο πρόσφατα, πρωτο φτιάχτηκε από Μετσοβίτες μαστόρους, ονομαστούς για την τέχνη τους εκείνη την εποχή. Ας αναφερθούμε τέλος στο καμπαναριό της εκκλησίας, το οποίο χτίστηκε πολύ αργότερα από το χτίσιμο του κυρίως ναού (1928) και για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν αρχικά σκούρες πελεκητές πέτρες, ενώ ολοκληρώθηκε το 1951 με άσπρες πέτρες, χάρη στη συνεισφορά της κοινότητας (σε χρήμα) και των κατοίκων (σε χειρωνακτική εργασία).
|